Χάνεται στη νύχτα, τον βρίσκει στη γη. Έγινε χώμα και νερό για να τον δει.

Ξεκίνησε ο ταξιδευτής. Ο ταξιδευτής ξεκίνησε. Και κάπου εκεί, πριν την αυγή, έμεινε να ξαποστάσει. Ένα βράδυ κοιμήθηκε αλλά δεν άργησε να… ξύπνησε.! Τι είδε –δεν ξέρω αν θα μάθετε, δεν ξέρω αν ο ίδιος μπόρεσε ποτέ να θυμηθεί. Όμως ξεκίνησε, περπάτησε, φόρεσε τα σανδάλια του και πήρε το δρόμο για τα σύννεφα του ανθρώπου. Το άγνωστο κινδύνευσε. Καμιά σημασία. Ο ταξιδιώτης ξεκίνησε μονάχα για το ταξίδι. Στο δρόμο ό,τι συνάντησε το έκλεισε στην καρδιά του αλλά δεν μπόρεσε ποτέ να θυμηθεί.
Κάθομαι εδώ μόνη και κινδυνεύω να σχίσω το φουστάνι μου στα κλαδιά αυτού του δέντρου που απλώνονται γύρω μου. Κουράστηκα πολύ για να ανεβώ εδώ πάνω. Όταν ο αέρας φυσούσε το δέντρο έριχνε τα φύλλα του κι εγώ τυφλωνόμουν. Έκλεινα τα μάτια και πέτρωνα σε αυτό το ίδιο σημείο. Τώρα κάθομαι εδώ και κοιτάζω. Αχ ταξιδιώτη μου, φυλάω τον κόσμο των ονείρων σου, σε κάνω να ξεχνάς για να σε προστατεύσω. Γιατί αν θυμάσαι μπορεί μια μέρα να πνιγείς στη λίμνη των δακρύων σου και τότε εγώ θα εξαφανιστώ. Θα εκμηδενιστώ και σε μια μάχη με τον αέρα θα εξαχνωθώ. Σε κάνω να ξεχνάς για να σε προστατεύσω. Κοιμήσου ή πέθανε κι εγώ θα αναστηθώ. Κι όσο θα ζεις εγώ θα σε κάνω να ξεχνάς και να θυμάσαι. Κι εσυ από τις κινήσεις σου θα μου δίνεις αέρα να αναπνεύσω.
Δεν πάει μπροστά, δεν πάει πίσω, ονειρεύεται… Κι απ τις ορμές του ταξιδιού, μαγεύεται. Ερωτεύεται. Ουράνια τόξα και γαλάζιες στάλες που στάζουν από τα μάτια των ανθρώπων όταν γλεντούν τη μέρα. Ακτίνες ήλιου που γεννιούνται στις καρδιές των ανθρώπων και ζεσταίνουν τις νύχτες, τα θολά απογεύματα. Από όλα αυτά τίποτα δεν θυμήθηκε. Τα είδε μια νύχτα στο όνειρό του κι έπειτα ξύπνησε, Κι έπειτα ήρθε ένα κορίτσι και του είπε ότι κοιμόταν τριάντα νύχτες. Το βλέμμα γύρισε. Μικρά ροδιά ανθάκια άνοιγαν πέταλα σ’ ένα λευκό λιβάδι που αν το κοιτούσες τρεις φορές γινόταν πράσινο και σε έδιωχνε. Να μην ξαναρθείς. Να το αντικρύσεις μια φορά και να ξεχάσεις. Η χάρη και η κατάρα του. Γιατί το ξέρει ότι σε ανύποπτες στιγμές θα εμφανίζεται στα όνειρά σου κι εσύ θα ψάχνεις απεγνωσμένα να βρεις πότε και που το γνώρισες. Μα δε θα θυμάσαι. Θα πασχίζεις να ανακαλύψεις πότε, που, γιατί και δε θα θυμάσαι. Μόνος σου θα έχεις πλέξει τη λησμονιά σου. Δίχως να ξέρεις καν γιατί. Μπορεί να φταίει ο ήλιος, μπορεί να φταις εσύ ή το κορίτσι… ή το ίδιο το λιβάδι που ήταν άσπρο και δεν ταίριαζε στις εικόνες σου. Κι εσύ το θυμάσαι πράσινο ή άσπρο μπορεί και κίτρινο. Και άλλοτε αναρωτιέσαι αν τα λουλούδια ήταν ροδιά ή πορτοκαλί ή αν δεν υπήρχαν. -Υπήρχαν άραγε λουλούδια ή μήπως όχι.- Δε θα θυμάσαι. Είσαι φτιαγμένος για να ξεχνάς, να περιπλέκεις τις αναμνήσεις σου και να πεθαίνεις.
Και ο ταξιδευτής συνέχισε το ταξίδι του, με τον ήλιο στην καρδιά και με τον ήλιο της ζωής να συνταράσσει το κορμί του. «Τον ήλιο τον κρύβουμε μέσα μας, το ίδιο και το σκοτάδι…», σκέφτεται η μικρή… σαν το ίχνος της ζωής μέσα του, που έχει σημασία.

Αντίο στη λίμνη, αντίο στον ουρανό. Σήμερα θα πάω στο φεγγάρι. Αλλά το ξέχασα, χθες το πουλήσανε. Δεν μπορώ να πάω ως εκεί. Ίσως να αλλάξω προορισμό ή καλύτερα να ξεκινήσω χωρίς να ξέρω που πάω, όπως τώρα. Έτσι ή αλλιώς… θα ξεχάσω. Είναι η τελευταία φορά. Αυριο φεύγω. Γιατί αυτό το κορίτσι με κάνει να κλαίω. Και δεν θυμάμαι γιατί. Κάπου πάλι ξέχασα. Ξέχασα τι με έκανε να κλαίω και αύριο θα φύγω. Είναι ανυπόφορο. Αυτό το κορίτσι με κάνει να σπαράζω και δεν το αντέχω και πίσω από όλα αυτά… και μάλλον δεν αξίζει το κόπο. Αύριο θα είμαι αλλού και θα γελάω. Μπορεί να είναι χειμώνας αλλά θα την έχω ξεχάσει. Κι αυτή μπορεί να μην υπήρξε ποτέ, γιατί να κλαίω για χάρη της;
Ο ταξιδευτής απομακρύνθηκε. Στο δρόμο αναρωτιόταν… τι είδε σε αυτήν την κοιλάδα και γιατί τα μάτια του είναι πλημμυριμένα από δάκρυα. Ο ήλιος του έκαψε τα μάτια και κοιμήθηκε. Και έτσι ξέχασε. Το κεφάλι του στροβιλίζεται και αυτός βασανιζόμενος πασχίζει να θυμηθεί τι συνέβη στην κοιλάδα. Κουβαλάει στο σώμα του τις αναμνήσεις, κάθε μικρή στιγμή που έχει βιώσει, μα το κεφάλι του είναι άδειο, αδυνατεί να θυμηθεί. Τα μάτια του είναι γεμάτα δάκρυα αλλά τίποτα δεν θυμάται. Ακούει τα ταμπούρλα από εποχές παλιές. Σε λίγο θα εγκαταλείψει την προσπάθεια. Το έχει ζήσει ξανά. Χωρίς να θυμάται έχει συνηθίσει. Το σώμα πορεύεται με τη βοήθεια της λησμονιάς, η ψυχή προς στιγμήν γεμίζει ερωτηματικά και προσπερνάει.
Το ξημέρωμα βρήκε πλάι του ένα παλιό ποδήλατο. Αρχισε να διασχίζει τη γη καταμήκος μιας φλέβας. Τα πετάλια γυρίζουν γρήγορα και τα βατόμουρα σκορπίζονται δεξιά και αριστερά, πέφτουν στο χώμα. Το ποτάμι τραγουδάει και οι κολυμβητές σκορπίζουν γύρω του σταγόνες. Το κορίτσι ξύπνησε νωρίς και άρχισε να ψάχνει ώπου είδε τα πεσμένα βατόμουρα. Με τα μικρά της βήματα βάλθηκε να περιμαζεύει τα απομεινάρια του δρόμου του και να τα βάζει στις τσέπες της. Αυριο εκείνος θα έχει ξεχάσει… Αν και την ίδια στιγμή που περνάει οι στιγμές του δραπετεύουν και ψάχνουν να χωθούν στην αιωνιότητα παραμορφωμένες και αδιάφορες κι έτοιμες να επιστρέψουν να τον πλήξουν με την απουσία τους.
Περνάει μια γέφυρα, η πορεία του φθίνει στο σκοτάδι κι ένα μπλε βατόμουρο κατρακυλά. Αρχίζει να χορεύει και ύστερα χάνεται. Η μικρή αποκοιμήθηκε στα μονοπάτια του μυαλού του ενώ αυτός την έψαχνε… Την έψαχνε απεγνωσμένα ώσπου έπεσε σε ένα γκρεμό κι ύστερα ξύπνησε. Κι ήταν σαν να μην είχαν συναντηθεί ποτέ…
Όταν σουρούπωνε έφτασε σε μια σκεπή και βάλθηκε να σκαρφαλώνει. Υπήρχε ένα μικρό παράθυρο εκεί, αν κανείς καθόταν μέσα στη σοφίτα μπορούσε να ακούσει τη βροχή να νανουρίζει το τζάμι.
Κι η μικρή περπατάει… Μέσα στη νύχτα, ξυπόλητη, μπορείς να ακούσεις τα πόδια της να βουλιάζουν στη λάσπη και το άσπρο φουστάνι της να το παίρνει ο αγέρας. Τα μαλλιά της είναι βρεγμένα και στάζουν πάνω στους ώμους νερό από πράσινα φύλλα. Τρέχει μέσα στη βροχή και τα πόδια της βουτάνε ως τα γόνατα στη λάσπη και μεθάει αυτή. Ανακατεύεται με το χώμα, γίνεται σώμα της γης και η γη γίνεται φωλιά της. Δεν την βλέπει κανείς, κι αυτή τριγυρνάει, τραβάει τα κλαδιά και τις φυλλωσιές και διαλύεται. Στην πιο αληθινή όψη της ζωής υπάρχουν τα πάντα για μια στιγμή, όμως σε λίγο δεν θα υπάρχει τίποτε… εκτός κι αν πάψει να ναι μόνη της… «Δεν είμαι μόνη μου, το ξέρετε, κάπου εδώ τριγυρνά και θα τον βρω».
Κατερίνα©2007
Ευχαριστώ.