Από τη ‘Γέννηση της Τραγωδίας’ στο σύγχρονο κινηματογράφο. Το ‘Kill Bill’ σαν ένα εξωφρενικό φαινόμενο –σα σημείο του καιρού μας.

Από τη ‘Γέννηση της Τραγωδίας’ στο σύγχρονο κινηματογράφο… Το ‘Kill Bill’ σαν ένα εξωφρενικό φαινόμενο- σα σημείο του καιρού μας…
«Μέσα στην αναζήτηση της ομορφιάς παρατηρούμε μία προσπάθεια να
φτάσουμε στην αλληλουχία πέρα από τη ρήξη και συνάμα να ξεφύγουμε από αυτή.» Ζωρζ Μπαταϊγ, Ο Ερωτισμός
Σε αυτή την εργασία πρόλογο βάζω μία σελίδα του ημερολογίου μου…
“Με τρελαίνει και δε γνωρίζω προς τα πού με οδηγεί. Βαδίζω στα ανοιχτά ενός
φοβερού μυαλού και σείομαι. Δεν είναι ανώδυνο. Αν το παραδοθώ θα διαμελίσει το
κορμί μου. Αν το διαβάζω δίχως να παραδίνομαι, χάνομαι -δεν μπορώ να
ακολουθήσω τη ροή ενός συλλογισμού. Του παραδίνομαι κι έπειτα βγαίνω κι έπειτα
ξανά πάλι μέσα.
Θα συνεχίσω στον κόσμο μου. Είναι επικίνδυνο το σύμπαν του. Άλλωστε το
διαμόρφωσε και το έκλεισε πριν φύγει. Δεν χωρά κανέναν μέσα. Μόνο βίαιες
παραβιάσεις δέχεται κι έπειτα μας πετάει όλους έξω από το χώρο του. Δε μας δέχεται.
Μόνο προκαλεί. Από μακριά με ένα σαρκαστικό μειδίαμα ρίχνει δολώματα.
Δωροδοκεί. Ή μάλλον όχι -τίποτα – είναι τόσο αυτάρκης που απαξιεί. Κι αν μπεις
μέσα, η δίνη του σε παραμορφώνει -δεν μπορείς να βγείς ο ίδιος.
Το μεγαλείο του’ και ο δάσκαλος που τραβάει να με σώσει από τη βίαιη δίνη
του κι έπειτα ο ίδιος με πετάει πάλι μέσα -με σπρώχνει δίχως μέτρα ασφαλείας. Δική
μου ευθύνη αν θα επιβιώσω. Δική μου ευθύνη και η διαδρομή. Είναι επικίνδυνος
δρόμος. Μακριά από τους άλλους. Μείνε μόνος σαν άθλιο σώμα να ψάχνεις να
διαδεις την πολύπλοκη αλήθεια που ήδη ξέρεις ότι δεν υπάρχει. Βγες από αυτόν τον
κόσμο. (Ή μείνε μόνη…) Αλλιώς θα πεθάνεις πριν να αναστηθείς. Χρησιμοποίησέ
τον. Είναι αδίστακτος. Μείνε μακρά και γέλα του. (Δεν του ξεφεύγεις. Κείνος σου
έδωσε αυτή τη συμβουλή… Αν θες να σωθείς γέλα δυνατά…). Πέθανε παράφρων.
Η αναμέτρησή μου με τα κείμενα σα να ήταν ζωντανοί οργανισμοί μοιαζει με
τρέλα. Περπατάω αργά-διστακτικά. Κάποτε ρίχνομαι με πάθος στο παιχνίδι. Το
αφήνω να με κερδίσει… Ίσως τότε είναι που γίνονται τέτοια κείμενα.”
Πέμπτη, 23 Δεκεμβρίου 2004
«Μέσα στην αναζήτηση της ομορφιάς παρατηρούμε μία προσπάθεια να
φτάσουμε στην αλληλουχία πέρα από τη ρήξη και συνάμα να ξεφύγουμε από αυτή.
Η αμφίλογη προσπάθεια είναι διαρκής.
Αλλά η αμφισημία της συνοψίζει και θέτει εκ νέου σε κίνηση τον ερωτισμό. Ο
πολλαπλασιασμός διαταράσσει την απλότητα του όντος, μια υπερβολή ανατρέπει τα
όρια, καταλήγει στο ξεπέρασμά τους.
Υπάρχει πάντα ένα όριο με το οποίο συμφωνεί το ον και το συνταυτίζει με
τον εαυτό του. Στη σκέψη ότι θα αφανιστεί το όριο νιώθει φρίκη…Το όριο δίδεται για
να ξεπεραστεί. Ο φόβος (η φρίκη) δε δείχνει την αληθινή απόφαση. Απεναντίας
υποκινεί το ξεπέρασμα των ορίων.»
Ζωρζ Μπαταϊγ, Ο Ερωτισμός
To Kill Bill.
To Kill Bill ξεδιπλώνει από το σώμα του ένα σωρό από διαφορετικά στοιχεία.
Το σενάριό του, συνδυασμός ποικίλων κινηματογραφικών ειδών συγχωνεύει το
αμερικανικό με το ασιάτικο1 ακόμη και το ισπανικό στοιχείο σε μία επιφανειακή
ένωση, ισοπεδώνοντας τις ιδιαιτερότητες των πολιτισμών. Η εκρηκτική εικόνα του
στιγματίζεται από την pop αισθητική και ολοκληρώνεται με την προσθήκη ειδικών
εφέ με τη βοήθεια των νέων τεχνολογικών μέσων. Ιδιαίτερα αυτή η τελευταία έχει
διαμορφώσει το έδαφος για τη μετατροπή του κινηματογράφου σε ένα νέο μέσο που
μεταβάλλει το ρόλο του θεατή εμπλέκοντάς τον όλο και πιο βαθιά στο θέαμα που
προβάλλεται στη φωτεινή οθόνη.
Pop Art.
Η pop αισθητική εμφανίστηκε τη δεκαετία του 1950 στην Αμερική,
εξαπλώθηκε κυρίως στην Αμερική και την Αγγλία και έσβησε σταδιακά περίπου στη
δεκαετία του 1970. Ήταν ένα ρεύμα βασισμένο στον καταναλωτισμό και τη λαϊκή
τέχνη. Με τη χρήση απλών καθημερινών αντικειμένων όπως κουτιά από
συσκευασίες, μπουκάλια coca- cola, φωτογραφίες από περιοδικά, κινηματογράφο ή
κόμιξ, οι καλλιτέχνες του pop ρεύματος επιχειρούν να διαγράψουν τα διαχωριστικά
όρια μεταξύ ωραίου και άσχημου χτυπώντας τα ιδανικά των καθιερωμένων καλών
τεχνών. Η pop art έχει θεωρηθεί απόγονος του ντανταϊσμού δεδομένου ότι
αμφισβήτησε τη «σοβαροφάνεια» του κόσμου των τεχνών. Καθώς επίσης επειδή
προκάλεσε με την άποψη ότι είναι εφικτό να παραχθεί τέχνη με απλά και ευτελή
υλικά.
Το κίνημα της pop δεν μπορεί να νοηθεί ξέχωρα από την οικονομική
ευρωστία της Αμερικής μετά το Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο. «Η Αμερική έγινε
καταναλωτική κοινωνία και έμαθε να πακετάρει την τέχνη όπως τα άλλα προϊόντα .
Ο μαζικός προσανατολισμός της pop κουλτούρας σχετίζεται με την επιτάχυνση της
ομοιομορφίας στις περισσότερες εκφάνσεις της εθνικής ζωής».
To Kill Bill κρατά μια “ειρωνική” στάση προς την αποκαλούμενη υψηλή τέχνη
και δείχνει να αυτοπροβάλλεται “αλαζονικά” (;). Μοιάζει να αναδύει μια εύθυμη και
παιχνιδιάρικη, προσιτή διάθεση. Στο πρώτο μέρος παρεμβάλλεται μια σκηνή από
κινέζικα κόμιξ. Εξάλλου οι χαρακτήρες είναι κωμικοί και μονοδιάστατοι σα να έχουν
βγει από περιπέτειες των κόμιξ. Παρόλαυτά, στις μέρες μας η pop αισθητική δεν έχει
κάτι καινούριο να μας πει. Η επιφανειακή επανάστασή της έχει λήξει και η εικόνα της
είναι κοινότυπη. Ο κριτικός Harold Rosenberg είπε: «Η pop είναι σαν αστείο χωρίς
χιούμορ ειπωμένο ξανά και ξανά σε σημείο που αρχίζει να ακούγεται σαν απειλή…
Διαφημίζει την τέχνη που διαφημίζει τον εαυτό της σαν τέχνη που μισεί τη
διαφήμιση.»
Ως έργο της μαζικής και λαϊκής κουλτούρας, το Kill Bill επαναφέρει την pop
αισθητική στις μέρες μας και την θέτει ως προσωπείο σε μια ιστορία δημιουργημένη
από ένα πλέγμα διαφορετικών κινηματογραφικών ειδών. Οι ταινίες εκδίκησης, οι
ταινίες με πολεμικές τέχνες και σαμουράι του ασιατικού κινηματογράφου, το
σπαγγέτι γουέστερν, το φιλμ νουάρ, νέες ταινίες χολυγουντιανής παραγωγής με
«φεμινιστικές» επιρροές (όπως Οι Άγγελοι του Τσάρλι), τηλεοπτικά αμερικάνικα σόου
και αποσπάσματα από κόμιξ αναμεγνύονται και συμπιέζονται σε μια ταινία
τεσσάρων ωρών5 που σαγηνεύει το κοινό της.
Το έντονο χρώμα της εικόνας εναλλάσσεται με αποσπάσματα ασπρόμαυρης
αισθητικής σαν ανάμνηση από μια παλιότερη εποχή. Ενώ το στίγμα του παρόντος και
του μέλλοντος – τα ειδικά εφέ – δε λείπει. Η επεξεργασία του υπολογιστή κυρίως στις
σκηνές των μαχών κάνει τα σωματα να κινούνται σε απιθανες ταχύτητες, να
εκτοξεύονται και να αιωρούνται, να αιμοραγούν με τρόπο εξωπραγματικό.
Συνδυασμός κινηματογραφικών ειδών και νέες τεχνολογίες πίσω από την επιφάνεια
της pop διαμορφωμένης εικόνας συνθέτουν το παζλ: Kill Bill.
Το συνοθήλευμα αυτό δεν είναι κάτι πρωτότυπο, είναι αυτό που χαρακτηρίζει
την τέχνη από τη δεκαετία του 1980 κυρίως και έπειτα. Η διάλυση της διαχωριστικής
γραμμής που εισηγήθηκε το ξέσπασμα της pop είναι η κυρίαρχη κατάσταση μέσα
στον πλουραλισμό της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας. Κάθε διαχωριστικό όριο έχει
χαθεί. Οι καλλιτέχνες επιμένουν να αφομοιώνουν κάθε εκφραστικό μέσο στα έργα
τους με μια διάθεση να επαναφέρουν παραδοσιακές πρακτικές με τη βοήθεια των
δυνατοτήτων που προσφέρουν τα νέα μέσα. Συνδυάζοντας γλυπτική , παραστατικές
τέχνες, φιλμ, τηλεόραση, βίντεο, φωτογραφία, υπολογιστές, διακόσμηση, φως,
ακτίνες λέιζερ, αρχιτεκτονική, διαφήμιση, μουσική, λόγο, τραγούδι, θέατρο ή
οτιδήποτε άλλο μπορεί να χωρέσει στη φαντασία τους και χρησιμοποιώντας πλέον
παντός είδους υλικά, δημιουργούν την τέχνη των ημερών μας. Σε αυτό το πολιτισμικό
περιβάλλον δεν υπάρχει κάποιος τρόπος να οριοθετήσουμε τάσεις και στυλ. Το παλιό
εμπλέκεται με το νέο σε ένα εκφραστικό παιχνίδι που επιδιώκει να συγκινήσει το
σύγχρονο άνθρωπο, διαμορφωμένο μέσα σε αυτό το καρναβάλι των μέσων.
Μιλήσαμε ως τώρα για την εικόνα του Kill Bill προσπαθώντας να αφήσουμε
μια ιδέα για το περιβάλλον από το οποίο ξεπήδησε, έχοντας πάντα μαζί μας τη σκέψη
ότι το κύριο χαρακτηριστικό του κινηματογράφου που χαρακτηρίσηκε ως 7η τέχνη
είναι η εικοπλαστική του δύναμη. Οι διαδοχικές φωτεινές εικόνες που προβάλλονται
πάνω σε σκοτεινό πανί δημιουργούν έναν ψευδαισιακό ονειρικό κόσμο που
παρασέρνει το θεατή σε νοητά ταξίδια.
Κινηματογράφος: Κόσμος Ονείρων.
Μπορούμε λοιπόν να νοήσουμε τον κινηματογράφο ως ένα υποκατάστατο του
κόσμου του ονείρου και για να αντληφθούμε καλύτερα το ρόλο του ως τέτοιου, θα
αναφερθούμε στον κόσμο των ονείρων. Τα όνειρα είναι σημαντικά σε πολλούς
πολιτισμούς. Υπάρχουν αναφορές σε αυτό από αρχαίους πολιτισμούς. Αργότερα η
σημασία τους υποβαθμίστηκε με κατηγορίες όπως ότι η πίστη σε αυτά ρέπει προς το
μυστικισμό, ενώ είναι επιστημονικά ατεκμηρίωτη. Ωστόσο δεν μπορούμε με ευκολία
να ισχυριστούμε ότι το όνειρο είναι αναξιόλογο. Καθένας από την εμπειρία του
γνωρίζει ότι η ψυχική διάθεση με την οποία ξυπνά κανείς από το όνειρο μπορεί να
τον επηρεάσει κατά τη διάρκεια της ημέρας. Παρολαυτά, η σημασία του δεν
εξαντλείται σε αυτή την φανερή σε όλους λειτουργία.
Στις περισσότερες των περιπτώσεων ένα όνειρο μας συναντά την ώρα του
ύπνου. Στο όνειρο τα βιώματα έχουν τη μορφή οπτικών εικόνων. Μέσω αυτών των
εικόνων έχουμε την αίσθηση ότι βιώνουμε πολλά και πιστεύουμε σε αυτά ενώ στην
πραγματικότητα δεν βιώνουμε τίποτα παρά ένα μικρό ερέθισμα. Για παράδειγμα,
ονειρευόμαστε πως πετάμε ενώ βρισκόμαστε καθηλωμένοι στο στρώμα μας. Είναι
δυνατον να περιέχουν συναισθήματα και σκέψεις αλλά προπάντων είναι εικόνες.
Υπάρχουν επίσης τα όνειρα της ημέρας, τα λεγόμενα ονειροπολήματα τα
οποία δεν λαμβάνουν χώρα κατά τη διάρκεια του ύπνου. Ο ονειροπολών δε βιώνει,
ούτε έχει παραισθήσεις, αλλά φαντάζεται. Εμφανίζονται στην όψιμη παιδική ή στην
προεφηβική ηλικία και διατηρούνται ως τα ώριμα χρόνια όπου ή εγκαταλείπονται ή
συνεχίζουν να υπάρχουν ώς το τέλος της ζωής. Το περιεχόμενό τους διέπεται από
πολύ διαφανή κίνητρα. Είναι σκηνές και περιστατικά όπου βρίσκουν την
ικανοποίησή τους προσωπικές φιλοδοξίες, εξουσιαστικές τάσεις ή ερωτικές
επιθυμίες. Ήρωας των ονειροπολημάτων είναι ο ίδιος ο ονειροπολών είτε κατευθείαν,
είτε μέσω μιας διαφανούς ταύτισης με έναν άλλον.
Είναι εύλογη η συνάφεια του ονείρου προς τον κόσμο του κινηματογράφου.
Με τα μάτια γαντζωμένα στην απολλώνια εικόνα ο ονειροπολών θεατής απολαμβάνει
την επαφή με ένα μέσο που ικανοποιεί δυνητικές επιθυμίες του. Μόνο που το μέσο
έχει τη δύναμη να διαμορφώνει τη σκέψη και τις υποδοχές αντίληψης. Οργανώνει
τα σχήματα με τα οποία προσλαμβάνουμε την πληροφορία. Έτσι, η ίδια η
κινηματογραφική εικόνα θέτει και έπειτα εκπληρώνει επιθυμίες. Στο παιχνίδι αυτό, ο
θεατής δεν είναι πλέον μόνος με τη φαντασία του, αλλά αποδέκτης ενός
κατασκευασμένου από άλλους είδους ονείρου.
Όπως κάθε μέσο που απευθύνεται σε μαζικό κοινό η επίδρασή αυτή του
κινηματογράφου δεν έμεινε ανεκμετάλλευτη από την κινηματογραφική βιομηχανία
που έσπευσε να κατασκευάσει όνειρα και να μάθει στο θεατή πώς και τί να
ονειρεύεται εκπληρώνοντας τη δική της κυριαρχη επιθυμία: γεμάτες αίθουσες και
γεμάτα ταμεία.
Σ’ αυτό το είδος κινηματογράφου ανήκει το Kill Bill. Μπροστά από τις
φωτεινές εικόνες, τις εύμορφες παραστάσεις, τα έντονα χρώματα, τα αναγνωρίσιμα
σήματα μαγνητίζει το βλέμμα και υπόσχεται να προσφέρει μία ιδιαίτερη εμπειρία τις
ώρες παρακολούθησής του. Η πρωταγωνίστρια είναι γυναίκα, με μια αλλαγή του
προσώπου, το ίδιο εύκολα θα μπορούσε να είναι και άνδρας. Η ενδυμασία, η
μαχητικότητα, ο χειρισμός των όπλων, το αυτοκίνητο και η μηχανή που οδηγεί
αναπτύσσουν ένα ανδρικό πρότυπο. Αλλά το γεγονός δεν ξενίζει κανέναν. Αντίθετα
εκπληρώνει φαντασιώσεις και των δύο φύλων. Ειναι φιγούρα μπαλαντερ.Το κορίτσια
έχουν την ευκαιρία να ταυτιστούν με την παντοδύναμη, ξανθιά καλλονή «Uma is
cool. I want to be Uma. Where can I get that yellow jumpsuit? » λέει η Alice, ενώ τα
αγόρια να την ακολουθήσουν στον αιματηρό αγώνα της εκδίκησης απολαμβάνοντας
το σεξαπίλ της σκληρής γυναίκας που συνδυάζεται με το πρότυπο ομορφιάς μιας pop
σταρ «…and Uma is sexy», γράφει ο Jhon. Μας ξεγελάει η απίθανη επιφάνεια. Το
κατακίτρινο απολλώνιο πέπλο φράζει κάθε δίοδο προς το βάθος. Αλλωστε κάθε λύση
είναι μπροστά στα μάτια μας. Ειναι μια ιστορία εκδίκησης. Τίθεται το σχέδιο, η
αποστολή έρχεται εις πέρας- τέλος. Η συνηθισμένη ‘κοινοτυπία’ του αμερικανικού
κινηματογράφου σε μια ταινία που χαρακτηρίστηκε από πολλούς πρωτότυπη.
Μπορούμε να αναφέρουμε παραδείγματα άλλων ταινιών για να γίνει
αντιληπτή η άποψη. Είναι δύσκολο να αντέξει κανείς τα παραμορφωμένα πρόσωπα
των σοδομιστών του Salo. Με το σπάσιμο της ίδιας της φόρμας δηλώνεται η φρίκη. Η
εικόνα αυτοσαρκάζεαι και αυτουπονομεύεται. Κάθε προσπάθεια επίδειξης ομορφιάς
είναι σαν ξιπασμένο στολίδι, σαν απομεινάρια μιας καμμένης λάμψης που προσπαθεί
διαρκώς να πείσει για την παρουσία της, δεν πείθει. Η απόλυτη αποσύνθεση
κυριαρχεί.
Ένας θαυμαστής των ταινιών του Hollywood πως μπορει να αντιμετωπίσει
μια ταινία σαν Το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου όπου η επιθυμία διαρκώς
παραλλάσσεται, διαστρευλώνεται χωρίς να ικανοποιείται ποτέ; Ο θεατής
εκνευρίζεται και φυσικά απορρίπτει την ταινία ως ακατανόητη και άρα ανάξια να την
παρακολουθήσει…
Σίγκμουντ Φρόυντ – Ζωρζ Μπατάιγ – Φρίντριχ Νίτσε.
Ας επανέλθουμε στο Σ. Φρουντ και τη θεωρία των ονείρων. Στην περίπτωση
του ονείρου της νύχτας τα πράγματα περιπλέκονται. Ξυπνώντας από ένα όνειρο
υπάρχει η περίπτωση να το θυμόμασε με ακρίβεια και το περιεχόμενό του να είναι
λίγο- πολύ η εκπλήρωση μιας επιθυμίας –παιδικό όνειρο. Αυτή είναι η απλή
περίπτωση που προσιδιάζει στο ονειροπόλημα.
Όμως, περισσότερο πιθανό είναι όταν ξυπνήσουμε να μην είμαστε σε θέση να
θυμηθούμε παρά ελάχιστα σπαράγματα ασύνδετα μεταξύ τους που δεν παράγουν
κάποιου είδους λογικό νόημα. Ο Σ. Φρόυντ ονόμασε τις εικόνες που θυμόμαστε
έκδηλο περιεχόμενο του ονείρου. Οι εικόνες αυτές μοιάζουν με τις άκρες του
νήματος στο κουβάρι ενός κρυμμένου μύθου. Σύμφωνα με τον ψυχαναλυτή Φρόυντ
υπάρχει ένας μηχανισμός που κρύβει -απωθεί- συγκεκριμένα σημεία που επιλέγει να
ξεχάσει και τα οποία συχνά με διεργασίες που δεν είναι τυχαίες τα αντικαθιστά με
παρεμφερή (τα παραμορφώνει). Κατά συνέπεια, όταν ξυπνάμε να νομίζουμε ότι η
μνήμη μας έχει απωλέσει μέρος του ονείρου ότι το όνειρό μας είναι ανεξήγητο. Με
την ερμηνεία των ονείρων ο ψυχαναλυτής Φρουντ υποστήριξε ότι με κατάλληλους
χειρισμούς μπορούμε να έχουμε πρόσβαση στο κουβάρι του ονείρου. Αυτό το
κρυμμένο περιεχόμενο το είπε λανθάνον. Το λανθάνον περιεχόμενο βρίσκεται στην
περιοχή του ασυνείδητου, βαθιά μέσα στον άνθρωπο.
Μπορούμε να παραλληλίσουμε τον ονειρικό κόσμο των κινηματογραφικών
εκόνων με το έκδηλο περιεχόμενο του ονείρου. Έτσι μας δίνεται η δυνατότητα να
ανιχνεύσουμε ένα υποθετικό λαθάνον, το οποίο προσπαθώντας να απωθήσουμε,
παραδινόμαστε στην απόλαυση των φωτεινών απατηλών παραστάσεων στο μαύρο
πανί της ολοσκότεινης αίθουσας. Κοιτώντας έξω από τον εαυτό μας, στις
αναπαραστάσεις του πανιού, αποτρεπόμαστε από το βλέμμα στο εσωτερικό του. Η
ματιά στο εσωτερικό μας είναι ίσως ό, τι θέλουμε να αποφύγουμε. Η αλληλουχία
των φωτεινών εικόνων μας παρασέρνει και παραδινόμαστε στο ψεύδος της.
Η οργάνωση της κοινωνίας μας επιβάλλει στους ανθρώπους ρόλους και
προσωπεία που εξασφαλίζουν τη συνοχή της. Πίσω από το πόσωπο που μοιάζει με
προσωπείο του εκάστοτε ρόλου, κρύβεται στον κάθε άνθρωπο η εσωτερική ζωτική
δύναμη. Αυτό το ποσό ενέργειας, το ανθρώπινο πάθος, ο Φ. Νίτσε αποκάλεσε
διονυσιακό. Ο Ζ. Μπαταϊγ ονομάζει την ενέργεια αυτή ερωτισμό. Τον εντοπίζει σε
εκδηλώσεις όπως η ερωτική παρόρμηση ή θρησκευτική ανάταση που, σύμφωνα με
τον ίδιο, είναι ποικίλες όψεις μιας ενότητας, της ενότητας του ανθρώπινου πνεύματος.
Αυτά τα πάθη καταπιέζονται στο ασυνείδητο σύμφωνα με το Φρόυντ καλυπτόμενα
από τις εικόνες του έκδηλου. Αποφεύγουμε να κοιτάξουμε στο μέσα του εαυτού μας,
αποφεύγουμε να ψάξουμε τον εσωτερικό κόσμο των άλλων και η επικοινωνιία
συντελείται πίσω από προσωπεία.
Από την άλλη στη σύχρονη κοινωνία τα μέσα επηρεάζουν καταλυτικά τη ζωή
μας. Τα μέσα μοιάζουν με βίαιες ποεκτάσεις του κεντρικού νευρικού συστήματος
του ανθρώπου ο οποίος πασχίζει διαρκώς να προλάβει τις αλλαγές ενώ ταυτόχρονα
πρέπει να είναι έτοιμος να τις ενσωματώσει. Το σώμα γίνεται τόπος πειραματισμού
για το κάθε νέο μέσο αλλά ο άνθρωπος είναι διαρκώς πίσω από αυτό. Πισω από αυτή
την πάλη δεν είναι εύκολο το άτομο να σκύψει και να ανιχνεύσει το βάθος του
εαυτού του. Ο άνθρωπος έχει γίνει ένας άλλος. Ισως προετοιμάζεται για την επόμενη
αλλαγή. Το είδαμε στο Matrix Σε άλλους φάνηκε φρικτό, άλλοι, καταλληλότερα
προτοιμασμένοι εντυπωσιάστηκαν.
Η εποχή μας ευνοεί τη φωτεινότητα και την επιφάνεια. Η κατασκευασμένη
εικόνα μας εισάγει στο δικό της κόσμο, δημιουργεί την ψευδαίσθηση εκπλήρωσης
επιθυμιών που επιβάλλονται από παράγοντες εκτός του εαυτού μας – «Ζούμε ζωές
άλλων» και απομακρυνόμαστε από τα δικά μας προβλήματα.
Η θέση διαφωτίζεται αν αντιπαραβάλλουμε με άλλες ταινίες όπως το
Personna ή το Saraband. Ο τόπος που εκτυλίσσεται είναι ο ίδιος σε όλη σχεδόν
την ταινία. Οι μορφές υποφέρουν από εσωτερικές συγκρούσεις και πάθη, απειλούνται
από καταστροφή. Σπάνε διαρκώς τα προσωπεία και ο χρόνος δεν κυλάει. Άλλη η
αισθητική, άλλου είδους εικόνα. Το απολλώνιο πέπλο δεν είναι φανταχτερό. Πέφτει
στις κορυφώσεις της σύγκρουσης για να αποτρέψει από την τελική διάλυση. Είναι
περισσότερο ένα δίχτυ ασφαλείας.
Προς την αντίθετη κατεύθυνση θεωρούμε ότι κινείται το Kill Bill που
δημιουργεί τις προϋποθέσεις της αχρονικότητας της εμπειρίας με διαφορετικό τρόπο.
Η ταχύτατη εναλλαγή εικόνων, η σπασμωδική, γρήγορη πάλη των σωμάτων, τα
ποτάμια ψεύτικου αίματος που εκτοξεύονται εξωπραγματικά από τα σώματα, οι
δυνατοί ήχοι των μαχών και συχνά η κατάλληλη μουσική υπόκρουση παρακινούν τις
άκρες του νευρικού συστήματος – υποδοχές που έχουμε για να συλλαμβάνουμε και να
αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο- που αρχίζει να συμμετέχει στην παρακολούθηση της
ταινίας αν όχι να γίνεται μέρος της. Παρέχοντας μικρές ποσότητες από ψηφιακά
επαξεργασμένο υλικό και διεγείροντας έτσι το νευρικό σύστημα είναι σα να
προετοιμάζει το νέο σώμα για την κυριαρχία του επόμενου μέσου. Ήδη σε ταινίες
που έχουν κάνει μεγάλη επιτυχία όπως Ο Αρχοντας των δαχτυλιδιών ή το The day
after tomorrow ο ηλεκτρονικός υπολογιστής επικρατεί τόσο στην κατασκευή
ανθρώπινων μορφών, όσο και στα σκηνικά εφέ. Γενικότερα, ο ρόλος που έχουν οι
αντικαταστάτες των ηθοποιών -κασκαντέρ- σε επικίνδυνες σκηνές καθώς και η
συμβολή των κομπάρσων τίθεται εν κινδύνω μπροστά στην επέλαση των νέων
τεχνολογιών. Κάτω από αυτά τα δεδομένα η ανθρώπινη παρουσία τίθεται όλο και
περισσότερο στο περιθώριο, τη στιγμή που οι μορφές παρουσιάζονται σα
βιομηχανοποιημένες αναπαραστάσεις.
Το μέσο παίζει με τα σώματά μας και αυτοί που κρύβονται πίσω του
εκδηλώνουν τις βλέψεις τους να τα ελέγξουν. Μεταχειριζόμενοι τις αντιδράσεις ή τις
μη αντιδράσεις του νευρικού συστήματος και καταπλήσσοντας τα μάτια με μία
τέτοιου είδους εικόνα δίνουν την ψευδαίσθηση της εκτόνωσης κρατώντας
καθηλωμένο το σώμα. «Ι’ m under shock of it…», διάβασα σε μια ιστοσελίδα του
διαδικτύου ψάχνοντας εντυπώσεις διατυπωμένες για το Kill Bill.
Θερινά Σινεμά.
Την πορεία αυτή δεν μπορούσε παρά να ακολουθήσει και ο ίδιος ο χώρος του
κινηματογράφου. Τα multiplex που είναι στη μόδα αποτελούν ένα διαφορετικό τόπο
και συνεπώς αντιπροσωπεύουν ένα νέο τρόπο, διαφορετικό από αυτούς που έχουμε
συνηθίσει στις κινηματογραφικές αίθουσες και τα θερινά σινεμά. Μάλλον,
προορίζονται για άλλον τύπο ανρθώπου. Σε συνδυασμό με τον περιβάλλοντα χώρο,
κατακλυσμένο από αλυσίδες φαστ φουντ, εμπορικά καταστήματα ακόμη και λούνα
παρκ, μετατρέπουν το βίωμα της παρακολούθησης μιας ταινίας σε διασκέδαση για
την εξόντωση του ελεύθερου χρόνου. Ενώ μία από τις βασικές καινοτομίες των
μικρών σε χωρητικότητα αιθουσών τους είναι η εγκατάσταση dolby surround
ηχητικών εγκαταστάσεων που σφραγίζει την αλλαγή του μέσου. «Να καθίσουμε
πίσω, έτσι θα ακούμε καλύτερα το πίσω ηχείο» ήταν η πρόταση ενός εφήβου που
αρκούσε για πείσει την παρέα να καθίσει στο πίσω μέρος της αίθουσας αντί στη μέση
της όπου προφανώς τα decibel δεν ακούγονται τόσο δυνατά. Η κλειστή αίθουσα με τα
εξελιγμένα τεχνολογικά συστήματα ήχου και εικόνας απορροφά το «φιλοθέαμον
κοινό» ενοποιώντας το στο βάθος της συλλογικής μήτρας –το εκτοξεύει σε μια άλλη
διάσταση. Σε μια βιομηχανική εκδοχή του βαγκνερικού θεάματος, το διονυσιακό αυτί
εκτοπίζει την «ονειρική» εικόνα.
Αυτός ο τόπος είναι γέννημα μιας κουλτούρας στην οποία ο συνδυασμός
εικόνας και ήχου τρέφει μια παραισθησιογόνα εμπειρία, συγκλονιστική και
ταυτόχρονα καταπιεστική για τον άνθρωπο που αναγκάζεται να διαθέτει τον εαυτό
του εκτός εαυτού κι έπειτα να πασχίζει διαρκώς, εν τω μέσω ενός λαβυρίνθου μέσων,
να συγκεντρώσει τα κομμάτια του. Τα νέα παιδιά προφανώς αυτό θεωρούν
κινηματογράφο. Είναι φυσικό σε ένα θερινό σινεμά όπου οι αισθήσεις χαλαρώνουν, η
εικονά της ταινίας μπλέκεται με το καλοκαιρινό αεράκι, τον ουρανό, τη μυρωδιά του
νυχτολούλουδου, το παιδί του multiplex να παραπονεθεί γιατί ο ήχος δεν είναι
καθαρός ή γιατί στις εννιά που ακόμα δεν έχει νυχτώσει για καλά, τα χρώματα της
οθόνης είναι θολά. Από την άλλη πια δεν μπορώ να υποθέσω τι όνειρα να βλέπει
αυτό το παιδί, αν βλέπει, και αν ο Φρόυντ μπόρεσε να το προλάβει. Ασφαλώς
δυσκολεύομαι να μαντέψω αν αντιλαμβάνεται τη ροή του ερωτισμού του Μπαταιγ
μέσα στο σώμα του και πώς ξοδεύει το διονυσιακό του Νίτσε. Διακρίνω πως η
ενέργεια οδηγείται από κάποιους προς το ανύπαρκτο έδαφος της εικονικής
πραγματικότητας και ο άνθρωπος διαχέεται αφημένος στο παιχνίδι της διαρκούς
απασχόλησης των αισθήσεων αφού κάθε λεπτό ηρεμίας ή μοναχικότητας θεωρείται
χαμένο. Δεν ξέρω καν, αν έχω ζήσει στη δική μου εποχή ή με ξέρασαν στον τόπο
αυτό τα άγρια κύματα από τα βιβλία μου. Το βιβλίο πάντως, λέει, αντιστάθηκε στο
νέο ηλεκτρονικό βιβλίο και δύο εταιρείες που είχαν ανοίξει με μεγαλεπίβολα σχέδια
τη χρονιά αυτή έβαλαν λουκέτο. Μπορώ να ελπίζω…
Επίλογος
Η εργασία αυτή δεν γράφτηκε για να κρίνει ή να κατακρίνει πρόσωπα, έργα ή
καταστάσεις. Στο λόγο μου προσπάθησα να κλείσω κάποιους προβληματισμούς και
σκέψεις που γεννήθηκαν με αφορμή κυρίως το μάθημα Αισθητική των Μέσων του
πέμπτου εξαμήνου. Η ταχύτατη εναλλαγή των μέσων έχει ανεξέλεγχτα αποτελέσματα
και μέσα στην απίστευτη δίνη της δεν μπορώ να κρύψω ότι τρομάζω. Οι αντιστάσεις
για τους ανθρώπους είναι δύσκολο να βρεθούν τη στιγμή που ένα τέρας παρεμβαίνει
αδυσώπητα πραγματοποιώντας τα σχέδιά του. Το Kill Bill λόγω του σεναρίου και της
αισθητικής του πυροδότησε τις αρχικές σκέψεις μου, με βοήθησε να φτάσω στο
παρόν κείμενο. Πέρασα από γραπτά που μιλούν για τον άνθρωπο, προσπαθώντας να
αποκαλύψουν μυστικά της ύπαρξής του. Χάθηκα στα μονοπάτια τους μέχρι να
γυρίσω το κεφάλι έξω στο περιβάλλον μου, να υποψιαστώ ότι ο άνθρωπος αλλάζει
από γενιά σε γενιά, να αναρωτηθώ -και φυσικά να διστάσω να κάνω προβλέψεις.
Ίσως κάπου αλλού, ίσως κάποιος άλλος…
Πηγές
• Φρίντριχ Νίτσε, Η γέννηση της τραγωδίας, Μετάφραση- Σχόλια Ζήσης
Ζαρίκας, Νησίδες
• Μάρσαλ Μακ Λούαν, Media Οι προεκτάσεις του ανθρώπου, Κάλβος, Αθήνα
• Ρολάν Μπάρτ, Μυθολογίες-Μάθημα, Ράππα, 1979
• To μήνυμα του μέσου, Αλεξάνδρεια, τέταρτη έκδοση, Αθήνα
• Σ. Φρόυντ, Εισαγωγή στην Ψυχανάλυση, Επίκουρος, Αθήνα, 1996
• Ζωρζ Μπαταϊγ, Ο Ερωτισμός, Ίνδικτος, Αθήνα, 2002
• www.cinephilia.gr
• www.IMBd.com
• Oxford Dictionary of art, Oxford
• Σημειώσεις από το μάθημα Αισθητική των Μέσων, Ε’ εξαμηνο, 2005
Πάντειο Πανεπιστήμιο
Τμήμα: Επικοινωνίας Μέσων και Πολιτισμού
Μάθημα: Αισθητική των μέσων I
Από την Αικατερίνη Μπουρδούκου
Y.Γ: Εξομολογητικά, κοινοποιώ σήμερα μια εργασία που είχα κάνει ως φοιτήτρια (2004-2005) και αγαπώ πολύ, από τα βάθη του εαυτού μου. Πιθανά… λίγο, άγουρη, ακατέργαστη, ωμή, αντισυμβατική. Μα ενθουσιώδης και αυθεντική… Αν έγραφα σήμερα, μάλλον σήμερα θα υιοθετούσα μια πιο ‘εξημερωμένη’ και ελαφρώς ‘μετατοπισμένη’ οπτική. Αλλά πάλι, ίσως κάτι σε κάποια διάσταση, έχει να σου πει…